Ορισμοί ειδικής εξελικτικής δυσλεξίας

Η δυσλεξία ή η «ειδική εξελικτική δυσλεξία» όπως είναι ο πλήρης όρος, είναι η δυσκολία στην κατάκτηση του γραπτού λόγου από παιδιά χωρίς αισθητηριακά, νοητικά και άλλα νευροψυχικά ελλείμματα. Κατά τα σχεδόν 100 χρόνια από την «ανακάλυψη» της δυσλεξίας, πολλοί όροι έχουν προταθεί και έχουν καθοριστεί για την αναφορά σε αυτή τη μαθησιακή δυσκολία. Οι κύριες ονομασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι: εγγενής αμβλυωπία, εγγενής λεξική τύφλωση, ειδική καθυστέρηση στην ανάγνωση, ειδική αναπτυξιακή δυσλεξία και άλλες (Πόρποδας, 1997, Riddick, 1996, Salkind, 2006).

Ο όρος «δυσλεξία», ο οποίος με την πρώτη ματιά είναι ανακριβής, σημαίνει διαταραγμένη λέξη και χρησιμοποιείται σήμερα παγκόσμια (dyslexia) για να ονομάσει κύρια την «ελλειμματική ανάγνωση». Στην αγγλική βιβλιογραφία ο όρος «δυσλεξία» χρησιμοποιείται με τα επίθετα «ιδιοσυστατική» (constitutional) ή «εξελικτική» (developmental) ή «ειδική» (specific), ενώ σύμφωνα με τον Eisenberg (1962 από Πόρποδας, 1997) ο ορισμός «ειδική» σημαίνει μια ιδιοπαθητική μορφή, η αιτία της οποίας είναι άγνωστη. Στην πράξη οι ορισμοί «ειδική δυσλεξία», «εξελικτική δυσλεξία» και «ειδική εξελικτική δυσλεξία» χρησιμοποιούνται παράλληλα.

Σύμφωνα με τον Αναστασίου (1998) οι συχνοί σύγχρονοι όροι για την ειδική εξελικτική δυσλεξία δεν αφορούν μια ξεκάθαρη κατάσταση, αλλά ένα σύνολο χαρακτηριστικών δυσκολιών του γραπτού λόγου, οι οποίες σχετίζονται με τις διαφορετικές πλευρές του προφορικού λόγου και της γλώσσας. Από αυτό φαίνεται ότι η διατύπωση ενός κοινώς αποδεκτού ορισμού για την δυσλεξία, δεν είναι ένα απλό και εύκολο πρόβλημα.

Ο Πόρποδας (1997) υποστηρίζει ότι η «ερευνητική ομάδα για την δυσλεξία και τον παγκόσμιο αναλφαβητισμό» της παγκόσμιας ομοσπονδίας νευρολογίας στο συνέδριο του Dallas (Texas) τον Απρίλιο του 1968, διατύπωσε δύο ορισμούς (έναν για την δυσλεξία και έναν για την ειδική εξελικτική δυσλεξία), τους οποίους πρότεινε για κοινή αποδοχή. Η δυσλεξία είναι ο γενικός όρος, ενώ η ειδική εξελικτική δυσλεξία είναι η διαταραχή στα παιδιά που εμφανίζεται ως δυσκολία στην κατάκτηση της ανάγνωσης και γραφής, παρά την ύπαρξη κλασσικής μάθησης, ικανοποιητικών νοητικών ικανοτήτων και κοινωνικο-πολιτιστικών δυνατοτήτων (Demonet, 2004) και εξαρτάται από δυσκολίες στις κύριες γνωστικές ικανότητες, οι οποίες έχουν συχνά ιδιοσυστατική προέλευση (Pumfrey & Reason, 1991 από Δοΐκου, 2002). Ο όρος «εξελικτική» που συνοδεύει την λέξη δυσλεξία, σημαίνει ότι οι δυσκολίες του παιδιού εμφανίζονται με την πρωταρχική κατάκτηση της ανάγνωσης, της γραφής και της ορθογραφίας και δεν οφείλονται σε απώλεια των ικανοτήτων αυτών σε κάποιο μετέπειτα ηλικιακό στάδιο (Thompson, 1990 από Αναστασίου, 1998). Εξελικτική δυσκολία επίσης σημαίνει ότι η έκφραση των δυσκολιών, με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι οι δυσλεκτικοί μεταβάλλεται με τον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Στασινό (2003) η δυσλεξία με την ευρεία της έννοια θεωρείται ότι σχηματίζεται από δύο ξεχωριστούς τύπους, που συνθέτουν την νευροψυχολογική της φύση: τον εξελικτικό και τον υπολειπόμενο τύπο. Ο εξελικτικός αφορά τον διαφοροποιημένο ρυθμό ωρίμανσης του ατόμου που εκτείνεται στο γνωστικό και γλωσσικό σύστημα (Bender, 1958, Birch, 1962, Kinsbourne, 1973 από Στασινός, 2003). Ο υπολειπόμενος τύπος σχετίζεται με τις ειδικές αναγνωστικές δυσκολίες του παιδιού, οι οποίες στην ηλικία μεταξύ 9 και 11 χρόνων εξακολουθούν να υπάρχουν, γεγονός που οδηγεί στην σκέψη ότι πιθανώς έχουν νευρολογική φύση. Αυτός ο τύπος εμφανίζεται ταυτόχρονα με προβλήματα όπως η υπερκινητικότητα (Denckla, 1973 από Στασινός, 2003).

Όπως αναφέρει ο Αναστασίου (1998) την αρχή της δεκαετίας 1990-2000 κάποιοι ερευνητές και επιστημονικές οργανώσεις αποδέχονται έναν ευρύ διαχωρισμό του όρου «δυσλεξία». Οι περισσότεροι σύγχρονοι ορισμοί διευρύνουν την κατανόηση της «λεξικής» δυσκολίας, συμπεριλαμβανομένων των δυσκολιών στα αριθμητικά σύμβολα και τις μουσικές νότες. Σύντομα, κάτω από το βάρος των ευρημάτων του ελλείμματος των δυσλεκτικών στις φωνολογικές δεξιότητες, έχουν δοθεί σχετικοί ορισμοί που εστιάζουν στις γλωσσικές δυσκολίες. Χαρακτηριστικός είναι ο ορισμός του Orton Society (1994 από Αναστασίου, 1998): «η ειδική δυσλεξία είναι μία συχνά κληρονομική διαταραχή, νευρολογικής φύσεως, η οποία σχετίζεται με την κατάκτηση και επεξεργασία του λόγου. Ποικίλει ανάλογα με το επίπεδο βαρύτητας, εμφανίζεται με δυσκολίες κατανόησης της γλώσσας και της γλωσσικής έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της φωνολογικής επεξεργασίας, δυσκολίες στην ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία και καμιά φορά στα μαθηματικά. Η διαταραχή δεν οφείλεται σε έλλειψη κινήτρων, αισθητηριακές βλάβες, ακατάλληλη μάθηση ή αντίξοες περιβαλλοντολογικές συνθήκες, αν και μπορούν να συνυπάρχουν με αυτές τις καταστάσεις. Αν και η δυσλεξία είναι πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα άτομα σε όλη την ζωή τους, κάποια δυσλεκτικά άτομα συχνά εξελίσσονται σωστά, ύστερα από έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση».

Η International Dyslexia Association το 2002 (Πολυχρόνη κ.α., 2006) προτείνει τον ορισμό: «η δυσλεξία είναι διαταραχή με νευρολογική βάση, συχνά κληρονομική, η οποία εμποδίζει την κατάκτηση του γραπτού λόγου. Διαφέρει σε σοβαρότητα και εμφανίζεται με δυσκολίες στην αντίληψη και έκφραση της γλώσσας, ειδικά στην φωνολογική επεξεργασία, στην ανάγνωση και γραφή, στην ορθογραφία και μερικές φορές και στα μαθηματικά. Η δυσλεξία δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης ερεθισμάτων, αισθητηριακών δυσλειτουργιών και ανεπαρκών εκπαιδευτικών και περιβαλλοντολογικών παραγόντων, ωστόσο μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα με αυτούς. Διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ατόμου, αλλά οι δυσλεκτικοί συχνά τα καταφέρνουν με έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση».

Το δυσλεκτικό σύνδρομο αποτελεί σύνολο συγκεκριμένων συμπτωμάτων που επηρεάζουν την μάθηση, την ανάγνωση, την γραφή, την έκφραση και την αντίληψη του χώρου και χρόνου, τα οποία μεμονωμένα δεν μπορούν να καθορίσουν τη φύση του προβλήματος. Αυτά τα συμπτώματα είναι φαινόμενα της δυσλειτουργίας των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών, δηλαδή της νευρολογικής δομής του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει μία αιτία, αλλά ένα σύνολο αιτιών, οι οποίες προκαλούν το δυσλεκτικό σύνδρομο.

Σύμφωνα με τον Καρπαθίου (1994) γίνεται λόγος για ένα σύνολο συγκεκριμένων συμπτωμάτων, το οποίο σημαίνει, ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν διαφορετικά εξελικτικά ή άλλα αναπτυξιακά παθολογικά συμπτώματα, αλλά πρέπει να είναι συγκεκριμένα, στα πλαίσια τη ειδικής λειτουργικότητας της μάθησης, αλλά και ευρύτερα, στην λειτουργικότητα του λόγου. Ο ίδιος (Καρπαθίου, 1987) αναφέρει ότι αυτά τα συγκεκριμένα συμπτώματα έχουν επιρροή στην μάθηση, στην ανάγνωση, στην γραφή, στην έκφραση και αντίληψη για τον χώρο και χρόνο. Όπου εμφανίζονται οι ανωμαλίες τονίζεται η ύπαρξη δυσλειτουργίας των φωνολογικών ικανοτήτων που συνδέονται μεταξύ τους με μια «αλυσιδωτή ένωση». Τα συμπτώματα δεν είναι δυνατόν αυτόνομα να ορίσουν την φύση του προβλήματος. Αυτή είναι η αιτία, λόγω της οποίας η διαταραχή αυτή ονομάζεται «δυσλεκτικό σύνδρομο», επειδή ορίζει την φύση της δυσλεξίας, και όχι κάποια από τα συμπτώματα ξεχωριστά. Έτσι, στις περιπτώσεις που κάποιο σύμπτωμα εμφανίζεται αυτόνομα δεν γίνεται λόγος για δυσλεξία (Καρπαθίου κ.α., 1994, Καρπαθίου, Δάλλα, Μαρρά, 1994).

Σύμφωνα με τον Κάκουρο (2003) σε περιπτώσεις ύπαρξης αισθητηριακού προβλήματος, οι δυσκολίες στην ικανότητα γραφής δεν μπορεί να είναι πιο μεγάλες από εκείνες που συχνά συνοδεύουν αυτό το πρόβλημα. Οι δυσκολίες στην γραφή και ορθογραφία των δυσλεκτικών παιδιών είναι στενά συνδεδεμένες με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της δυσλεξίας.

Σύμφωνα με τον Πόρποδα (1997) η ειδική δυσκολία των δυσλεκτικών στην γραφή και ορθογραφία οφείλεται σε ανωμαλία των γνωστικών λειτουργιών. Αν και αυτή η δυσκολία έχει αναφερθεί από την αρχή του αιώνα, μόλις το 1946 αρχίζει η συστηματική της μελέτη από τους Hermann και Voldly στην Δανία (Πόρποδας, 1997). Έχει αποδειχθεί ότι ενώ τα περισσότερα δυσλεκτικά άτομα δεν εμφανίζουν πρόβλημα με την αντιγραφή των λέξεων, η αυθόρμητη γραφή τους είναι δυσανάγνωστη. Ακόμα, στην γραφή με υπαγόρευση ή στην αυθόρμητη γραφή εμφανίζουν τόσα χαρακτηριστικά λάθη, ώστε γνωρίζοντας την κατάσταση, πολλές φορές αναζητούν την αποφυγή της γραφής. Ο Naidoo (1972 από Πόρποδας, 1997), εξηγεί τα ορθογραφικά λάθη με την δυσκολία που έχουν τα άτομα αυτά στην αντίληψη της ακολουθίας. Αργότερα ο Nelson (1974 από Πόρποδας, 1997), αναφέρει ότι τα ορθογραφικά λάθη των δυσλεκτικών δεν είναι πολλά και τα αποδίδει σε λειτουργικά ελλείμματα της μνήμης.

Ο Chassagny ορίζει την δυσλεξία ως διαταραχή της επικοινωνίας, ανικανότητα του παιδιού να συνεχίσει στο συμβολικό πεδίο των ενηλίκων, να αντιληφθεί τις διαφορετικές μορφές των γραπτών συμβόλων και να τα κατανοήσει. Μπορούμε να πούμε ότι η δυσλεξία είναι περίπτωση που το παιδί δεν φτάνει στην γνώση του απαραίτητου υλικού για την γραφή (Chassagny, 1977).

Οι ορισμοί της δυσλεξίας διαφοροποιούνται ανάλογα με το κέντρο ενδιαφέροντος του κάθε ερευνητή. Όλοι όμως δέχονται ότι ο όρος δυσλεξία χρησιμοποιείται για να επισημάνει την πλήρη ή μερική αποτυχία των μαθητών στην ανάγνωση και στην γραφή (Baddeley, 1988), ενώ η επιτυχία τους σε άλλα θέματα είναι σίγουρα καλύτερη (Διαμαντόπουλος, 1995). Η καθυστερημένη παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές συνέπειες στην απόκτηση των ακαδημαϊκών ικανοτήτων (Lange, 2006). Οι Bonifacci και Snowling (2008) ορίζουν την δυσλεξία ως ειδικό γνωστικό έλλειμμα, το οποίο εμφανίζεται στα πλαίσια φυσιολογικής νοημοσύνης και φυσιολογικής ταχύτητας επεξεργασίας.

Βιβλιογραφία:

Πόρποδας, Κ. Δυσλεξία. Η ειδική διαταραχή στη μάθηση του γραπτού λόγου (the specific learning disorder of written expretion. Psychological approach). Ψυχολογική θεώρηση. Μορφωτική, Αθήνα, 1997

Riddick, B. Living with dyslexia. The social and emotional consequences of specific learning difficulties. Routledge, London-New York, 1996

Salkind, N. Encyclopedia of human development. Sage Publications, Inc., Thousand Oaks, California, 2006

Αναστασίου, Δ. Δυσλεξία. Θεωρία και έρευνα, όψεις πρακτικής. Θεωρητικά, διαγνωστικά και ερευνητικά ζητήματα (Dyslexia. Theory and research, aspects of practice. Theoretically, diagnostic and research issues). Ατραπός, Αθήνα, 1998

Δοΐκου-Αυλίδου, Μ. Δυσλεξία. Συναισθηματικοί παράγοντες και ψυχοκοινωνικά προβλήματα (Dyslexia. Emotional factors and psychological problems). Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2002

Στασινός, Δ. Δυσλεξία και σχολείο. Η εμπειρία ενός αιώνα (dyslexia and school. The experience of a century). Gutenberg, Αθήνα, 2003

Πολυχρόνη, Φ., Χρυσή Χατζηχρήστου, Άννα Μπίμπου. Ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Δυσλεξία. Ταξινόμηση, αξιολόγηση και παρέμβαση (specific learning difficulties. Dyslexia. Classification, assessment and intervention). Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2006

Καρπαθίου, Χ. Δυσλεξία. Η παιδική ασθένεια του αιώνα μας (Dyslexia. The children’s disease of the century). Ίων, Αθήνα, 1987

Καρπαθίου, Χ., Β. Δάλλα, Μ. Μαρρά. Δυσλεξία (Dyslexia). Έλλην, Αθήνα, 1994

Καρπαθίου, Χ., Β. Δάλλα, Μ. Μαρρά. Εγκόλπιο παθολογίας του λόγου στο παιδί προσχολικής ηλικίας (Handbook of speech pathology in preschool children). Έλλην, Αθήνα, 1994

Κάκουρος, Ε., Κ. Μανιαδάκη. Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Αναπτυξιακή προσέγγιση (Psychopathology in children and adolescents. Developmental approach). Τυπωθήτω, Αθήνα, 2003

Chassagny, Cl. Pédagogie relationnelle du langage. Presses universitaires de France, Paris, 1977

Διαμαντόπουλος, Π. Βασικά θέματα σχολικής παιδαγωγικής και μεθοδολογίας (Basic issues of school pedagogy and methodology). Παπαζήση, Αθήνα, 1995

Bonifacci, P., M. Snowling. Speed of processing and reading disability: A cross-linguistic investigation of dyslexia and borderline intellectual functioning. Cognition, 6 2008: 999–1017

 

Ανδρέας Ν. Μπέσσας, PhD.S.L.P.

Λογοπαθολόγος – Ειδικός παιδαγωγός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *