Έρευνα γραφής παιδιών με ειδική εξελικτική δυσλεξία (2η & 3η τάξη) – Συνεισφορές της έρευνας

Η παρακάτω αναφορά αποτελεί παρουσίαση της έρευνας “τα λάθη στην γραφή των παιδιών Β-Γ δημοτικού με μαθησιακές δυσκολίες” που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2006-2008 από τον Δρ. Μπέσσα Ανδρέα.

Η θεωρητική και πρακτική σημασία της συγκεκριμένης έρευνας πηγάζουν από την βασική ανασκόπηση της παγκόσμιας επιστημονικής βιβλιογραφίας, η οποία αποκαλύπτει την όχι απόλυτα σαφή περιοχή της επιστημονικής προβληματικής σχετικά με την φύση της εξελικτικής δυσλεξίας και τα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την συμπτωματολογία και αποκατάσταση της διαταραχής. Είναι σαφές ότι οι διαφορετικές απόψεις για τον ορισμό της εξελικτικής δυσλεξίας, για την διαφοροποίησή της από τις υπόλοιπες διαταραχές που συχνά την συνοδεύουν και για τον καθορισμό της συμπτωματολογίας στην χρήση του γραπτού λόγου σχηματίζουν μια αρκετά σύνθετη ιδέα για αυτή τη διαταραχή.

Η ύπαρξη διαφορετικών θεωρήσεων και θεωριών (συχνά αντίθετων και αμοιβαία ακυρωτικών) από διαφόρους επιστήμονες σε όλον τον κόσμο εγείρουν το ερώτημα για τον ρόλο των διαφόρων ορισμών της δυσλεξίας (και κατά συνέπεια και τον καθορισμό των διαφόρων παιδιών ως δυσλεκτικά) στην επιλογή του κατάλληλου δείγματος κατά την διεξαγωγή τωaν διαφόρων ερευνών. Επιτακτικός είναι ο ακριβής προσδιορισμός των δυσλεκτικών μαθητών και η περιγραφή των συμπτωμάτων τους στην ανάγνωση και γραφή πριν την εξέταση των ψυχικών, συμπεριφοριστικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών αυτού του μέρους του σχολικού πληθυσμού.

Σε σχέση με αυτό η συγκεκριμένη έρευνα δημιουργεί μια νέα άποψη για τον ορισμό των συμπτωμάτων των παιδιών με ειδική δυσλεξία και για τον ορισμό της δυσλεξίας ως διαταραχή ανάγνωσης και γραφής. Δεν είναι ασήμαντο το γεγονός, ότι από τα 137 παιδιά διαγνωσμένα ως δυσλεκτικά, ενταγμένα στην έρευνα, ένα από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσλεκτικό μέσω της ανάλυσης των λαθών στην γραφή κειμένου. Αυτό μας οδηγεί να σκεφτούμε το κατά πόσο οι χρησιμοποιούμενες διαγνωστικές μέθοδοι είναι συγκεκριμένες και αξιόπιστες και το κατά πόσο ο καθορισμός ενός παιδιού ως δυσλεκτικό με της χρήση αυτών των διαδικασιών θα καθορίσει τις θεραπευτικές μεθόδους για την αποκατάσταση της διαταραχής των παιδιών.

Από την άλλη πλευρά, οι δυσλεκτικοί αποτελούν ετερογενές τμήμα του μαθησιακού πληθυσμού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, δυνατότητες και συμπτώματα. Είναι γνωστό στους παιδαγωγούς και λογοθεραπευτές ότι τα δυσλεκτικά παιδιά δείχνουν μια ποικιλόμορφη και αρκετά σύνθετη κλινική εικόνα, ενώ σε κάποια από αυτά οι γνωστές και συχνά χρησιμοποιούμενες μέθοδοι αποκατάστασης δεν έχει θετικό αντίκτυπο στην διαταραχή της ανάγνωσης και γραφής ή το αποτέλεσμα δεν είναι σημαντικό. Είναι επιτακτική μια λεπτομερή ταξινόμηση αυτών των παιδιών και ο ορισμός των διαφορετικών τύπων δυσλεκτικών παιδιών. Σε αυτή τη κατεύθυνση η συγκεκριμένη έρευνα προτείνει ένα μοντέλο διάγνωσης και ταξινόμησης των δυσλεκτικών βασισμένη στα συμπτώματα στην ανάγνωση και στην γραφή, οι οποίες αποτελούν την καθολική συμπτωματολογία των διαταραχών του γραπτού λόγου. Η έρευνα αποσαφηνίζει την συχνότητα και την αντοχή των λαθών στην γραφή κειμένου στην 2η και 3η τάξη και καθορίζει τους χαρακτηριστικούς δείκτες των διαφορετικών μορφών εμφάνισης της διαταραχής.

Εγείρονται και νέα ερωτήματα, τα οποία αξίζουν μια λεπτομερέστερη εξέταση και περιγραφή, σχετικά με την σχέση μεταξύ αυτών των λαθών στην γραφή κειμένου και τα υπόλοιπα συμπτώματα της εξελικτικής δυσλεξίας, όπως και των συμπτωμάτων των υπολοίπων διαταραχών του γραπτού λόγου. Σχηματίζονται νέες περιοχές επιστημονικής έρευνας των διαφορετικών ομάδων λαθών σε σχέση με τα νευρολογικά, ψυχολογικά και εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες των δυσλεκτικών παιδιών, έρευνες που μπορούν να συνεισφέρουν στην αποσαφήνιση του φαινομένου της δυσλεξίας, ειδικότερα στην ελληνική γλώσσα, η συνθετότητα της οποίας θέτει συχνά τους παιδαγωγούς και λογοθεραπευτές εμπρός στο δύσκολο έργο για εμπειρική ερμηνεία της αιτιολογίας, η οποία «κρύβεται» πίσω από τα λάθη στην ανάγνωση και γραφή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ελληνική γλώσσα δεν έχει πραγματοποιηθεί άλλη έρευνα στην γραφή και κατά συνέπεια τα συμπτώματα της δυσλεξίας δεν έχουν διευκρινιστεί, θέτοντας τους ειδικούς προ της υποχρεωτικής για την λογοθεραπευτική και παιδαγωγική πρακτική, ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη (και συχνά, όπως σε φαίνεται από την ειδική βιβλιογραφία, ανακριβή) ταξινόμηση και επεξήγηση των συμπτωμάτων ων δυσλεκτικών παιδιών.

(μέρος της διδακτορικής διατριβής “οι ιδιαιτερότητες των λαθών στην κατάκτηση της γραφής στην ελληνική γλώσσα ως ενδείξεις για τις διαφορετικές μορφές εμφάνισης της εξελικτικής δυσλεξίας”. Ανδρέας Ν. Μπέσσας, PhDSLT, Υποστήριξη διατριβής 21/10/2011, Πανεπιστήμιο Σόφιας, Σχολή βασικής και Προσχολικής Παιδαγωγικής, Τμήμα Ειδικής Παιδαγωγικής)

 

Ανδρέας Ν. Μπέσσας, PhD.S.L.P.

Λογοπαθολόγος – Ειδικός παιδαγωγός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *