Posts Tagged "Δυσλεξία"

13Ιαν2014

Οι μαθησιακές διαταραχές περιγράφηκαν για πρώτη φορά το 1828, από το Γάλλο γιατρό Jean Mark Gaspard Itard, μαθητή του φιλοσόφου Jean Jacques Rousseau, στην ανακοίνωσή του στη Βασιλική Ακαδημία της Γαλλίας, όπου εξέθετε τις προσπάθειες που έκανε για να θεραπεύσει τον Victor, το «λυκάνθρωπο» από το δάσος της Avignon.1

Στο τέλος του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον για τις μαθησιακές διαταραχές συνδυάστηκε με την εφαρμογή της υποχρεωτικής βασικής εκπαίδευσης των παιδιών. Αυτή την περίοδο, Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί νευρολόγοι δημοσίευσαν περιγραφές ενηλίκων, που μετά από τραυματισμό συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου παρουσίασαν διαταραχή στην αναγνωστική τους ικανότητα.

Ο Άγγλος γιατρός Pringle Morgan, το 1896, περιέγραψε τη δυσκολία στην ανάγνωση και την κατανόηση του περιεχομένου των λέξεων στα παιδιά, ως συγγενή λεκτική τύφλωση, σύμφωνα με το πρότυπο των περιπτώσεων αλεξίας των ενηλίκων, και τις απέδωσε σε βλάβες του εγκεφαλικού φλοιού.2

Το 1895, ο Σκώτος οφθαλμίατρος James Hinshelwood περιέγραψε την ειδική αναπτυξιακή διαταραχή της ανάγνωσης με τα κλινικά χαρακτηριστικά που την περιγράφουμε μέχρι σήμερα.3

Το 1925, ο Αμερικανός Samuel Orton παρουσίασε την υπόθεση ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση οφείλονται σε διαταραχές της πλαγίωσης του εγκεφάλου.4 Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, οι De Hirsh και Langford ίδρυσαν την πρώτη ειδική μονάδα για μαθησιακές δυσκολίες στο Columbia-Presbyterian Medical Centre στη Νέα Υόρκη.

Στην Ελλάδα, ειδική ιστορική μνεία πρέπει να γίνει για το σχολείο που ιδρύθηκε στην Καισαριανή και εξυπηρετούσε άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς είναι το πρώτο στο είδος του, που λειτούργησε στη χώρα μας. Το σχολείο αυτό ιδρύθηκε το 1937, μεταξύ του Γυμναστηρίου Near-East και του Σκοπευτηρίου, και ονομάστηκε «Πρότυπο Σχολείο Ανωμάλων και Καθυστερημένων Παιδιών». Η ίδρυση και λειτουργία του οφειλόταν στη μεγάλη Ελληνίδα παιδαγωγό Ρόζα Ιμβριώτη (1898–1977). Η Ρόζα Ιμβριώτη είχε κάνει εξαίρετες σπουδές, εκτός της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στο Παρίσι και στο Βερολίνο και υπήρξε μαχητική σοσιαλίστρια. Προκειμένου να πραγματώσει το όραμά της και να συνδράμει τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, αξιοποίησε τις αρχές του Spranger. Σήμερα, το σχολείο ονομάζεται «Πειραματικό Σχολείο» και εξακολουθεί να προσφέρει εκπαίδευση στα άτομα με ειδικές ανάγκες.5

Τη δεκαετία του 1950, οι De Hirsh, Bender και Rabinovich ανέπτυξαν τις βασικές θεωρητικές υποθέσεις για τις αιτίες και τη φύση των μαθησιακών διαταραχών, οι οποίες αναπτύσσονται εκτενέστερα πιο κάτω.

Από τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται σημαντική άνοδος του ενδιαφέροντος για τις μαθησιακές δυσκολίες, που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια, η κλινική και ερευνητική εργασία πάνω στις μαθησιακές διαταραχές αύξησε σημαντικά τις γνώσεις μας και επέβαλε τη συνεχή αλλαγή των ορισμών και των όρων που χρησιμοποιούνται γι’ αυτές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’40 αναγνωρίστηκε η νευροψυχολογική βάση των μαθησιακών διαταραχών ορισμένων παιδιών, που αποδόθηκαν σε εγκεφαλική βλάβη. Η απουσία, όμως, εμφανών κλινικών νευρολογικών συμπτωμάτων οδήγησε τους ερευνητές στην υπόθεση ότι επρόκειτο για ήπια βλάβη του εγκεφάλου. Έτσι, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ο όρος ελάχιστη εγκεφαλική διαταραχή. Νεότερες μελέτες απέτυχαν να αποδείξουν την ορθότητα αυτής της υπόθεσης. Αντίθετα, φάνηκε ότι οι δυσκολίες έπρεπε να αποδοθούν στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο εγκέφαλος και, πιο συγκεκριμένα, στην «καλωδίωσή» του, στον τρόπο δηλαδή μεταφοράς και απαρτίωσης του «μηνύματος». Έτσι, εμφανίστηκε ο όρος ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, για να περιλάβει την υπόθεση της ελαττωματικής λειτουργίας του εγκεφάλου. Κάτω από το πρίσμα αυτό, οι ερευνητές καθόρισαν τη βασική περιοχή όπου εμφανιζόταν η μαθησιακή δυσκολία. Έτσι, οι δυσκολίες που εντοπίζονται στην ανάγνωση ονομάστηκαν δυσλεξία, στη γραφοκινητική ικανότητα δυσγραφία και στην αριθμητική δυσαριθμησία. Αργότερα, προσπάθησαν να εντοπίσουν τις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες που υποκρύπτονται σε κάθε μια από τις παραπάνω διαταραχές.6 Αυτό οδήγησε στην καθιέρωση του όρου ειδικές μαθησιακές διαταραχές. Επειδή οι διαταραχές αυτές εμφανίζονται στην παιδική και εφηβική ηλικία και επηρεάζουν τη γενικότερη ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου, εντάχθηκαν στις αναπτυξιακές διαταραχές.

Στην τελευταία ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς, της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ICD 10, 1992), οι μαθησιακές δυσκολίες ορίζονται ως ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων, στις οποίες οι φυσιολογικοί τύποι πρόσκτησης των μαθησιακών ικανοτήτων διαταράσσονται στα πρώιμα στάδια της ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης. Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται έξι διαγνωστικές κατηγορίες: (α) ειδική διαταραχή της ανάγνωσης, (β) ειδική διαταραχή του συλλαβισμού, (γ) ειδική διαταραχή των αριθμητικών ικανοτήτων, (δ) μικτή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων, (ε) άλλες αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων, (στ) αναπτυξιακή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων μη καθοριζόμενη.7

βιβλιογραφία:

  1. “Persistent Issues in Bilingualism”: W.E. Lambert (1990) in The Development of Second Language Proficiency: B. Harley et al (1990), Cambridge University Press.
  2. “The Semantic Primacy Principle in Motherese”: Ludo Beheydt (1986) in Language Enfantin, Tendances et Recherches: Cahiers de l?institut de linguistique, 12: pp.3-4, Ludo Beheydt (ed.), Edition Peeters, Louvain-la Neuve.
    Borel-Maisony S., Lecture et dyslexie. In Bull. D’audio-phonologie, 1977, 7, no 2.
  3. Παπαγεωργίου, Θ., (1974), Η φωνητική ορθογραφία είναι μεγάλη οικονομία, Αθήνα.
  4. ACKERMAN PT, DYKMAN RA. Phonological processes, confrontational naming, and immediate memory in dyslexia. J Learn Disabil 1993, 26:9–14
  5. ADAMS MJ. Beginning to Read: Thinking and Learning About Print. Cambridge, MA, MIT Press, 1990
  6. Ahissar M, Protopapas A, Reid M, Merzenich MM. Auditory processing reading abilities in adults. Proceedings of the National Academy of Sciences of USA, 2000, 97 (12): 6832-6837.
  7. AMERICAN ACADEMY OF PEDIATRICS, COMMITTEE OF NUTRITION. Megavitamin therapy for childhood psychoses and learning disabilities. Pediatrics 1976, 58:910–917
4Ιαν2014

Υπάρχουν πολλές θεωρίες στην παγκόσμια βιβλιογραφία, οι οποίες περιγράφουν τους αιτιολογικούς παράγοντες για την δυσλεξία. Οι θεωρίες αυτές συνοψίζονται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

  • Βιολογικές θεωρίες – περιλαμβάνουν θεωρίες που αφορούν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και την λειτουργία του,
  • Γνωστικές θεωρίες – περιλαμβάνουν θεωρίες επεξεργασίας της πληροφορίας, μνήμης και σκέψης,
  • Γενετικές θεωρίες – περιλαμβάνουν τους κληρονομικούς παράγοντες σε παιδιά με ειδική δυσλεξία.

  disleksia600_138809_2C03C9

Υποστηρίζεται ότι οι δυσκολίες οφείλονται κυρίως σε ελλειμματική εξέλιξη του εγκεφάλου (Nicolson, 2001), καθώς οι ενήλικες με το ίδιο σύμπτωμα παρουσιάζουν βλάβη στην αριστερή γωνιώδη έλικα του εγκεφάλου (Τζουριάδου, Μπάρμπας, 2001, Libertus, 2009). Έχουν σχηματιστεί δύο βασικές νευρολογικές θεωρίες για την ερμηνεία της δυσλεξίας: η πρώτη θεωρία δέχεται την ύπαρξη μιας κεντρικής αναπτυξιακής ανωμαλίας του εγκεφάλου, ενώ η δεύτερη βασίζεται στην υπόθεση μιας λειτουργικής βλάβης στην γενική οργάνωση της εγκεφαλικής ημισφαιρικής κυριαρχίας (Πόρποδας, 1997), στις περιοχές του εγκεφάλου υπεύθυνες για την γλώσσα, την ανάγνωση και την γραφή (Велкова, 2004), στην οργάνωση του αριστερού ημισφαιρικού ακουστικού φλοιού (Heim, 2000) ή ελλείμματος στην σχέση των ημισφαιρίων (Badzakova, 2005, Monaghan, 2008). Ο Claiborne το 1906 (Fijalkow, 1999) υποστηρίζει ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση οφείλονται σε αγενεσία ή καθυστέρηση της εξέλιξης του κεντρικού νευρικού συστήματος, χωρίς εγκεφαλική βλάβη και κληρονομική προδιάθεση, ενώ υπάρχει καθυστέρηση στην ανάπτυξη. Ο Hinshelwood (Τζουριάδου, Μπάρμπας, 2001) δέχεται ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση οφείλονται σε βλάβη του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, η οποία είναι αποτέλεσμα βλάβης κατά την γέννηση ή ελλειμματικής εξέλιξης.

Ο Hinshelwood καθορίζει τις δυσκολίες ως αποτέλεσμα αναπτυξιακής βλάβης ή αγενεσίας, η οποία εμφανίζεται στα πρώτα στάδια της εμβρυακής ανάπτυξης της γωνιώδους έλικας του κυρίαρχου ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Η υπόθεση του Orton (1937 από Πόρποδας, 1997) για την ελλειμματική γραφεμική επεξεργασία αποδίδει τις αδυναμίες των δυσλεκτικών παιδιών στην κωδικοποίηση των πληροφοριών για προσανατολισμό και ελλειμματική εξέλιξη της εγκεφαλικής ημισφαιρικής κυριαρχίας. Ο Πόρποδας (1997) υποστηρίζει ότι η θεωρία που αποδίδει την δυσλεξία σε ελλειμματική ημισφαιρική κυριαρχία βασίζεται σε τρεις κύριους παράγοντες: α) την απόδειξη ότι η απώλεια ομιλίας (σε περιπτώσεις αφασίας) είναι αποτέλεσμα τραύματος στο αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο, β) την άποψη ότι η αριστεροχειρία και ο μονόπλευρος εντοπισμός της ομιλίας οφείλεται σε εγγενής λειτουργική κυριαρχία του αριστερού ημισφαιρίου, γ) η αστάθεια της εγκεφαλικής κυριαρχίας εμφανίζεται με δυσκολία στην εκτίμηση αριστερά-δεξιά. Αυτή η δυσκολία, η οποία είναι αρκετά συχνή στα δυσλεκτικά παιδιά, θεωρείται ως μία από τις αιτίες για το πλήθος και την σοβαρότητα των λαθών, τα οποία εμφανίζονται στην ανάγνωση και γραφή των δυσλεκτικών.

Η Matanova (Матанова, 2003) σχολιάζει τους επιστήμονες που δέχονται ότι η αριστεροχειρία συναντάται πιο συχνά στους δυσλεκτικούς και κατά συνέπεια σχετίζεται νε την αιτιοπαθογένεια της δυσλεξίας. Σύμφωνα με την ίδια όμως στις σύγχρονες έρευνες δεν παρουσιάζεται κάποια στατιστική αλληλεξάρτηση μεταξύ της αριστεροχειρίας και των δυσλεκτικών περιπτώσεων. Η εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων σε συγκεκριμένες λειτουργίες γεννά ερωτήματα σχετικά με την σχέση μεταξύ της εξειδίκευσης και της προτίμησης του κάθε χεριού (πλαγίωση) (Clements et al., 2006). Έτσι, υπάρχει μια εγγενής προτίμηση στην εξέλιξη των γλωσσικών λειτουργιών προς το αριστερό ημισφαίριο, κυρίως λόγω της σχετικής ασυμμετρίας μεταξύ των δύο ημισφαιρίων (laterality) (Beaton, 2004, Καλτσούδα, 2003). Ο Davis (1998) υποστηρίζει ότι η δυσλεξία αποτελεί μια «μεταβαλλόμενη ημισφαιρική κυριαρχία». Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό σημαίνει ότι καμιά φορά το δεξί μέρος του εγκεφάλου πραγματοποιεί αυτό που θεωρείται ότι θα έπρεπε να πραγματοποιεί το αριστερό και αντίστροφα. Η μεγάλη συχνότητα της αριστεροχειρίας, η οποία εμφανίζεται στους προβληματικούς αναγνώστες, μαζί με την σύγχυση των εννοιών για προσανατολισμό και κατεύθυνση, θεωρούνται αποδείξεις για τον ρόλο της ελλειμματικής ημισφαιρικής κυριαρχίας (Πόρποδας, 1997).

Ο Πόρποδας (1997) αναφέρει ότι η ειδική δυσλεξία είναι αποτέλεσμα διμερούς ελλειμματικής ανάπτυξης των οπίσθιων περιοχών του εγκεφάλου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε ασθένεια ή κληρονομικούς παράγοντες. Αυτό πιθανότατα προκαλεί οργανωτικές ανωμαλίες, οι οποίες προκαλούν προβλήματα στην κατάκτηση της αναγνωστικής ικανότητας. Ο Geschwind (1962 από Πόρποδας, 1997) υποστηρίζει ότι το τμήμα του εγκεφάλου που βρίσκεται στο σημείο όπου ενώνονται το κροταφικό, βρεγματικό και ινιακό τμήμα λειτουργεί με έναν ειδικό τρόπο για την επεξεργασία της πληροφορίας του γραπτού λόγου, και ότι η διμερής ελλειμματική εξέλιξη αυτού του τμήματος προκαλεί δυσκολίες στην κατάκτηση της ανάγνωσης. Ο Καραπέτσας (1997) υπογραμμίζει τον κύριο ρόλο της γωνιώδους έλικας στην ανάγνωση. Ό ίδιος ορίζει την δυσλεξία ως αποτέλεσμα δυσλειτουργίας της αριστερής γωνιώδους έλικας με τις αντίστοιχες επικοινωνίες της (Dalmas, Dansilo, 2000). Υπάρχει η θεωρία των πιθανών ελλειμμάτων (Baillieux, 2009, Steinbrink 2008), τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τμήματα του ανθρώπινου εγκεφάλου, υπεύθυνα για την αποθήκευση των οπτικών εικόνων (Hinshelwood, 1917 από Στασινός, 2003), των φωνολογικών διαδικασιών (Ziegler, 2006, Lavidor, 2006) και των σημασιολογικών διαδικασιών (Trembley, 2009, Rae et al., 2002).

Ο Geschwind (Κασσέρης, 2002) αναφέρει ότι υπάρχουν νευροανατομικά ευρήματα που αποδεικνύουν ότι ο εγκέφαλος των δυσλεκτικών παρουσιάζει δομικές ανωμαλίες στο αριστερό ημισφαίριο, οι οποίες πιθανώς έχουν δημιουργηθεί στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης. Τέτοια ευρήματα μπορεί να εξηγήσουν την κληρονομική προέλευση της δυσλεξίας. Σύμφωνα με τον Μάρκου (1998) όμως, οι εγκεφαλικές βλάβες πιθανώς συμβαίνουν πριν, κατά ή μετά την γέννηση. Σε περιπτώσεις δύσκολης εγκυμοσύνης ή περίπλοκης γέννησης αποκτάται ήπια εγκεφαλική βλάβη από ανοξία (έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλο) κατά την γέννηση ή από μηχανικά τραύματα. Ο Κοτσόπουλος (2005) περιγράφει τις πρόσφατες μελέτες του εγκεφάλου των δυσλεκτικών παιδιών, οι οποίες αποδεικνύουν ότι υπάρχουν κυτταρο-αρχιτεκτονικές ανωμαλίες διάσπαρτες στα τμήματα γύρω από την αύλακα του Sylvius και γύρω από το τμήμα του κέντρου του Broca, κατά κύριο λόγο στο αριστερό ημισφαίριο.

Οι Straus και Lehtenin (1947 από Παπανικολάου, 1988) υποθέτουν ότι η δυσλεξία είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής βλάβης. Αυτή η υπόθεση προέρχεται από το γεγονός ότι τα συμπτώματα των δυσλεκτικών μοιάζουν με εκείνα των ατόμων με εγκεφαλική βλάβη. Παρ’ όλα αυτά, ο ισχυρισμός δεν είναι αποδεδειγμένος από εμπειρικά δεδομένα. Ο Critchley (1973 από Παπανικολάου, 1988) υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε την ύπαρξη εγκεφαλικής βλάβης, βασιζόμενοι μόνο στην χαρακτηριστική συμπεριφορά του παιδιού, γιατί δεν είναι αποδεδειγμένο ότι συγκεκριμένα συμπτώματα αποτελούν υποχρεωτική συνέπεια μιας συγκεκριμένης εγκεφαλικής βλάβης. Δεν υπάρχει ομάδα νευρολογικών συμπτωμάτων που να μπορούν να θεωρηθούν ως αιτιοπαθολογική και να αποτελεί έτσι μια διαγνωστική ακολουθία για την δυσλεξία.

Ανδρέας Ν. Μπέσσας, PhDSLT

bio

(η βιβλιογραφία είναι διαθέσιμη στην εργασία – all rights reserved)

24Νοέ2013

Η μάθηση της γραφής και της ανάγνωσης αποτελεί μια από τις βασικότερες ικανότητες του σύγχρονου ανθρώπου μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, του οποίου ο βασικός στόχος είναι η εξειδίκευση του ατόμου μέσω του σχολείου. Το παιδί με δυσκολίες στην ανάγνωση και στην γραφή, και κατά συνέπεια και στην μάθηση και απόκτηση γνώσεων, δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του σχολείου, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να προχωρήσει μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος στα ανώτερα επίπεδα και έτσι μειώνεται η πιθανότητα για επιτυχία στην επαγγελματική καριέρα. Για τον σύγχρονο άνθρωπο η επαγγελματική επιτυχία αποτελεί ίσως τον πιο σημαντικό στόχο της ζωής του και για τον λόγο αυτό η διάγνωση και η θεραπεία των διαταραχών, οι οποίες επιδρούν στην εκπαιδευτική του πορεία γίνονται επιβεβλημένες. Το άτομο που δεν μπορεί να τα καταφέρει στο σχολείο είναι «βάρος» στην υποχρεωτική εκπαίδευση, η οποία καλείται ή να το βοηθήσει ή να το περιθωριοποιήσει, κάτι που φαίνεται να συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Από την άλλη πλευρά είναι ξεκάθαρα τα προβλήματα που προκαλούνται στο ίδιο το δυσλεκτικό παιδί, το οποίο βλέπει ότι δεν μπορεί να μάθει αυτό που τα υπόλοιπα παιδιά μπορούν, αν και καταβάλει μεγάλες προσπάθειες και δαπανά τον περισσότερο από τον χρόνο του αλλά χωρίς επιτυχία. Σταδιακά το παιδί, καθώς αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τις ικανότητές του, συγκρίνοντας τις γνώσεις του και ίσως και τους βαθμούς του με τα άλλα παιδιά, κάτω από την πίεση των γονιών και των δασκάλων που δεν μπορούν να κατανοήσουν την φύση του προβλήματος που αντιμετωπίζει το παιδί, κάτω από την επίδραση του εκπαιδευτικού συστήματος που επιθυμεί την παραγωγή, με δαπάνη του ελάχιστου χρόνου και με ελάχιστα μέσα, ολοκληρωμένων ανθρώπων έτοιμων για ένταξη στην παραγωγική διαδικασία, αρχίζει να χάνει τον αυτοσεβασμό του και σταματά να προσπαθεί, σίγουρο πλέον ότι δεν θα τα καταφέρει όσο και αν προσπαθήσει. Έτσι, κάθε ελπίδα για εξέλιξη του παιδιού χάνεται και το άτομο απομονώνεται από το περιβάλλον, χάνει την θέληση για μια καλύτερη ζωή, αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια για βοήθεια από τους άλλους, εντάσσεται σε μια προβληματική ψυχολογική κατάσταση, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην εγκληματικότητα.

Αναγκαίο είναι στις μέρες μας, να δοθεί έμφαση στις γλωσσικές διαταραχές, να εξηγηθούν οι αιτίες που οδηγούν στο πρόβλημα και να προταθούν κατάλληλες μέθοδοι για αποκατάσταση μέσω τις ατομικής παρέμβασης, γρήγορα και έγκαιρα. Από την βιβλιογραφική ανασκόπηση φαίνεται ότι οι ειδικοί που ασχολούνται με τα προβλήματα του γραπτού λόγου, ειδικότερα στην Ελλάδα, δίνουν διαφορετικούς ορισμούς, και κατά συνέπεια προτείνουν διαφορετικές μεθόδους για αξιολόγηση και αποκατάσταση, συχνά αγνοώντας τα ευρήματα των διαφορετικών επιστημών, εστιάζοντας τις προσπάθειές τους πάνω στην δική τους επιστήμη, συχνά με αποτέλεσμα την επιπλέον σύγχυση γύρω από το έτσι κι αλλιώς σύνθετο πρόβλημα της δυσλεξίας. Είναι ξεκάθαρο ότι ο ρόλος της διεπιστημονικής συνεργασίας στην έρευνα της δυσλεξίας είναι απολύτως αναγκαία, λόγω του ότι η παρουσίαση του προβλήματος μονόπλευρα, από την πλευρά μιας μοναδικής επιστήμης, δεν μπορεί να εμφανίσει σοβαρά και χρήσιμα αποτελέσματα, και κατά συνέπεια συσκοτίζει τις αιτίες, τα συμπτώματα και τις αποκαταστατικές μεθόδους της δυσλεξίας.

Ανδρέας Ν. Μπέσσας

7Μαρ2012

Συχνό ερώτημα και πρόβλημα των λογοθεραπευτών κατά την έναρξη του αποκαταστατικού προγράμματος σε περιπτώσεις παιδιών με δυσλεξία, είναι η καταγραφή και ταξινόμηση των συμπτωμάτων τους και η ταξινόμησή τους ιεραρχικά, ακολουθώντας τον απαράβατο κανόνα της λογοπαθολογίας της σειριοθέτησης των αποκαταστατικών διαδικασιών σύμφωνα με την φυσιολογική εξέλιξη των παιδιών.
Πως όμως μπορούμε να ακολουθήσουμε την φυσιολογική πορεία ανάπτυξης των ικανοτήτων γραφής και ανάγνωσης σε ένα τεχνητό γλωσσικό σύστημα, όπως είναι ο ανθρώπινος γραπτός λόγος; Υπάρχει φυσιολογική πορεία εξέλιξης της γραφής και της ανάγνωσης;
Η απάντηση είναι όχι! Ο γραπτός λόγος αποτελεί ένα ανθρώπινο δημιούργημα, μια προσπάθεια απεικόνισης του προφορικού λόγου, η οποία αν και περιλαμβάνει πολλά εξελικτικά χαρακτηριστικά (ειδικότερα σε γλώσσες με μακρόχρονη ιστορία όπως η Ελληνική), εντούτοις παραμένει ατελές ανθρώπινο δημιούργημα, το οποίο εκούσια μαθαίνεται από τον άνθρωπο, σε αντίθεση με τον προφορικό, στον οποίο η εκμάθηση συντελείται ακούσια.
Για τον λόγο αυτό ο σχεδιασμός ενός αποκαταστατικού προγράμματος δεν μπορεί να ακολουθήσει κάποια σειρά αυτόματης φυσιολογικής εξέλιξης, ούτε κάποια σειρά σύμφωνα με το σχολικό πρόγραμμα εκπαίδευσης (το οποίο έχει ήδη αποτύχει στην προσπάθεια εκμάθησης του γραπτού λόγου).
Η απάντηση είναι όχι! Ο γραπτός λόγος αποτελεί ένα ανθρώπινο δημιούργημα, μια προσπάθεια απεικόνισης του προφορικού λόγου, η οποία αν και περιλαμβάνει πολλά εξελικτικά χαρακτηριστικά (ειδικότερα σε γλώσσες με μακρόχρονη ιστορία όπως η Ελληνική), εντούτοις παραμένει ατελές ανθρώπινο δημιούργημα, το οποίο εκούσια μαθαίνεται από τον άνθρωπο, σε αντίθεση με τον προφορικό, στον οποίο η εκμάθηση συντελείται ακούσια.
Για τον λόγο αυτό ο σχεδιασμός ενός αποκαταστατικού προγράμματος δεν μπορεί να ακολουθήσει κάποια σειρά αυτόματης φυσιολογικής εξέλιξης, ούτε κάποια σειρά σύμφωνα με το σχολικό πρόγραμμα εκπαίδευσης (το οποίο έχει ήδη αποτύχει στην προσπάθεια εκμάθησης του γραπτού λόγου).
Για μια πλήρη θεραπευτική προσέγγιση επιβάλλεται η διαφοροποίηση των συμπτωμάτων σύμφωνα με το είδος της γνωστικής ανεπάρκειας που οδηγεί στην ελλειμματική ανάγνωση και γραφή.

Σημαντικός παράγοντας κατά την αξιολόγηση της κάθε περίπτωσης, είναι η έρευνα των γνωστικών ικανοτήτων των παιδιών, και ειδικότερα των ικανοτήτων που αφορούν την λεκτική μνήμη, προσοχή και επεξεργασία. Οι πληροφορίες αυτές, αν και δύσκολα ανιχνεύσιμες σε παιδιά με δυσλεξία (λόγω της ηλικίας τους) μπορούν να διαφωτίσουν τις σύνθετες πτυχές της δυσλεκτικής διαταραχής και να υποβοηθήσουν στον σχεδιασμό του αποκαταστατικού προγράμματος.
Ταυτόχρονα, ο λογοθεραπευτής θα πρέπει να γνωρίζει και να μπορεί να ανιχνεύει τα διάφορα λάθη στην ανάγνωση και στην γραφή, και να μπορεί να τα ταξινομήσει σε διαφορετικές κατηγορίες, σύμφωνα με την γνωστική ανεπάρκεια που οδηγεί σε αυτά. Σύγχρονες έρευνες έχουν αποδείξει την ύπαρξη 3 βασικών κατηγοριών – λάθη ακουστικής-γνωστικής επεξεργασίας, λάθη οπτικής-χωροτακτικής επεξεργασίας και λάθη γλωσσικής-γνωσιακής επεξεργασίας.

Εστιάζοντας στην κυρίαρχη διαταραχή του κάθε παιδιού, ο λογοθεραπευτής μπορεί γρήγορα και εύκολα να επιτύχει μια πλήρη αποκατάσταση των συμπτωμάτων της δυσλεξίας, χωρίς να ταλαιπωρείται και ο ίδιος, προσπαθώντας να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, και το παιδί, καταβάλλοντας τις λιγότερες δυνατές προσπάθειες, και οι γονείς, αισθανόμενοι το αποτέλεσμα της θεραπείας.



Ανδρέας Ν. Μπέσσας, PhD.S.L.P.
Λογοπαθολόγος – Ειδικός παιδαγωγός
Ειδικός αποκαταστατικός ακοολόγος



SHARE THIS WITH:

27Φεβ2012

Η δυσλεξία ή η «ειδική εξελικτική δυσλεξία» όπως είναι ο πλήρης όρος, είναι η δυσκολία στην κατάκτηση του γραπτού λόγου από παιδιά χωρίς αισθητηριακά, νοητικά και άλλα νευροψυχικά ελλείμματα. Κατά τα σχεδόν 100 χρόνια από την «ανακάλυψη» της δυσλεξίας, πολλοί όροι έχουν προταθεί και έχουν καθοριστεί για την αναφορά σε αυτή τη μαθησιακή δυσκολία. Οι κύριες ονομασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι: εγγενής αμβλυωπία, εγγενής λεξική τύφλωση, ειδική καθυστέρηση στην ανάγνωση, ειδική αναπτυξιακή δυσλεξία και άλλες (Πόρποδας, 1997, Riddick, 1996, Salkind, 2006).

[…]

12Ιαν2012
Η μελέτη της δυσλεξίας αποτελεί αντικείμενο έρευνας και προβληματισμού τα τελευταία χρόνια, ερευνητών πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων, ως σύγχρονο πρόβλημα με αρκετά σύνθετη δομή, το οποίο συχνά δίνει την εντύπωση ενός τεραστίου και πολύπλευρου θέματος, το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να ερευνηθεί ολοκληρωτικά. Μεγάλο μέρος των μαθητών βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσκολίες στην μάθηση και χρήση της γραφής και ανάγνωσης, και κατά συνέπεια στην μάθηση και απόκτηση γνώσεων. Το βασικό ερώτημα που γεννιέται είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Ποιες είναι οι αιτίες, οι οποίες οδηγούν ένα παιδί στην δυσκολία (ή αδυναμία) στην μάθηση; Και πως μπορούν να ξεπεράσουν αυτή τη δυσκολία και να επιτύχουν στην μάθηση και απόκτηση γνώσεων όπως οι συνομήλικοί τους;
12Ιαν2012

Η παρακάτω αναφορά αποτελεί παρουσίαση της έρευνας “τα λάθη στην γραφή των παιδιών Β-Γ δημοτικού με μαθησιακές δυσκολίες” που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2006-2008 από τον Δρ. Μπέσσα Ανδρέα.

Η θεωρητική και πρακτική σημασία της συγκεκριμένης έρευνας πηγάζουν από την βασική ανασκόπηση της παγκόσμιας επιστημονικής βιβλιογραφίας, η οποία αποκαλύπτει την όχι απόλυτα σαφή περιοχή της επιστημονικής προβληματικής σχετικά με την φύση της εξελικτικής δυσλεξίας και τα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την συμπτωματολογία και αποκατάσταση της διαταραχής. Είναι σαφές ότι οι διαφορετικές απόψεις για τον ορισμό της εξελικτικής δυσλεξίας, για την διαφοροποίησή της από τις υπόλοιπες διαταραχές που συχνά την συνοδεύουν και για τον καθορισμό της συμπτωματολογίας στην χρήση του γραπτού λόγου σχηματίζουν μια αρκετά σύνθετη ιδέα για αυτή τη διαταραχή.

[…]